裹 έννοια και προφορά

Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

裹 ελληνικός ορισμός

guǒ

  • κάλυμμα

Επίπεδα HSK


Χαρακτήρες με την ίδια προφορά


Λέξεις που περιέχουν 裹, ανά επίπεδο HSK