时常 έννοια και προφορά

时常
Απλοποιημένη λέξη
時常
Παραδοσιακή λέξη

时常 ελληνικός ορισμός

shí cháng

  • συχνά

HSK level


Χαρακτήρες

  • (shí): χρόνος
  • (cháng): συχνά