气味 έννοια και προφορά

气味
Απλοποιημένη λέξη
氣味
Παραδοσιακή λέξη

气味 ελληνικός ορισμός

qì wèi

  • οσμή

HSK level


Χαρακτήρες

  • (qì): αέριο
  • (wèi): γεύση