仳 έννοια και προφορά

仳
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

仳 ελληνικός ορισμός

pǐ

  • to part

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 匹 : αγώνας
  • 嚭 : great; great fortune;
  • 圮 : destroyed; injure;
  • 庀 : to prepare;
  • 擗 : to beat the breast;
  • 痞 : constipation; lump in the abdomen;
  • 癖 : habit; hobby;
  • 苉 : picene (C22H14);