侉 έννοια και προφορά

侉
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

侉 ελληνικός ορισμός

kuǎ

  • foreign accent

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 垮 : to collapse; to break or wear down; to defeat;