吣 έννοια και προφορά

吣
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

吣 ελληνικός ορισμός

qìn

  • to vomit (of dogs and cats)
  • to rail against
  • to talk nonsense

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 揿 : to press (bell);
  • 沁 : to seep; to percolate;
  • 菣 : Artemisia apiacea;