団 έννοια και προφορά

Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

団 ελληνικός ορισμός

tuán

  • Japanese variant of 團|团

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • : slash;
  • : ομάδα
  • : sad;
  • : to roll up into a ball with one's hands; spiral; circle; variant of 團|团[tuan2];
  • : heavy dew;