垧 έννοια και προφορά

Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

垧 ελληνικός ορισμός

shǎng

  • unit of land area, with value varying from area to area (worth one hectare or 15 mǔ 亩 in parts of northeast China, but only 3 or 5 mǔ in northwest China)

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • : part of the day; midday;
  • : ανταμοιβή