娟 έννοια και προφορά

Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

娟 ελληνικός ορισμός

juān

  • beautiful
  • graceful

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • : angry; sad;
  • : προσφέρω
  • : to reduce; to exploit;
  • : brook; to select;
  • : fleece; extort; reduce;
  • : to deduct; to show; bright and clean; glow-worm; galleyworm; millipede;
  • : to engrave (on wood or stone); to inscribe;
  • : cuckoo;