摿 έννοια και προφορά

Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

摿 ελληνικός ορισμός

yáo

  • erroneous variant of 搖|摇[yao2]

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • : (archaic) vase; pitcher;
  • : Yao tribe;
  • : Yao
  • : handsome; good-looking;
  • : Yao
  • : Japanese variant of 堯|尧[yao2];
  • : high; steep; to tower;
  • : compulsory service;
  • : distressed, agitated;
  • : Japanese variant of 搖|摇[yao2];
  • : σέικ
  • : the solid and broken lines of the eight trigrams 八卦[ba1 gua4], e.g. ☶;
  • : Yao tribe;
  • : mother-of-pearl;
  • : Yao ethnic group of southwest China and southeast Asia; surname Yao;
  • : kiln; oven; coal pit; cave dwelling; (coll.) brothel;
  • : folk-song; forced labor;
  • : πιάτο κρέατος
  • : Japanese variant of 謠|谣;
  • : φήμη
  • : light carriage;
  • : μακρινός
  • : floating in the air;
  • : skate (cartilaginous fish belonging to the family Rajidae); ray (fish);