撙 έννοια και προφορά

撙
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

撙 ελληνικός ορισμός

zǔn

  • to reduce or cut down on
  • to rein in
  • to restrain

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 僔 : to congregate; to crowd;
  • 噂 : talk together;