撮 έννοια και προφορά

Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

撮 ελληνικός ορισμός

cuō

  • to pick up (a powder etc) with the fingertips
  • to scoop up
  • to collect together
  • to extract
  • to gather up
  • classifier: pinch

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά