攴 έννοια και προφορά

攴
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

攴 ελληνικός ορισμός

pū

  • to tap
  • to knock lightly
  • old variant of 撲|扑[pu1]

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 仆 : to fall forward; to fall prostrate;
  • 噗 : sound of escaping laughter; water;
  • 扑 : ταραχή
  • 潽 : to boil over;
  • 痡 : sick; disabled;