旻 έννοια και προφορά

Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

旻 ελληνικός ορισμός

mín

  • heaven

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • : (used in female given names) (old);
  • : name of a river in Sichuan;
  • : to encourage oneself;
  • : gentle and affable;
  • : unhappy; worried; depressed;
  • : ανθρωποι
  • : jade-like stone;
  • : alabaster, jade-like stone;
  • : to be ill;
  • : cord; fishing-line; string of coins;
  • : animal trap;
  • : multitude; skin of bamboo;