昝 έννοια και προφορά

昝
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

昝 ελληνικός ορισμός

zǎn

  • Zan

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 儹 : to accumulate, to hoard, to store up;
  • 寁 : swift;
  • 拶 : to press or squeeze hard;
  • 攒 : αποθηκεύσετε
  • 趱 : to hasten; to urge;