滃 έννοια και προφορά

滃
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

滃 ελληνικός ορισμός

wěng

  • (of clouds) to rise
  • (of water) to swell

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 塕 : flying dust (dialect); dust;
  • 奣 : clear and cloudless sky;
  • 嵡 : of mountainous appearance;
  • 蓊 : luxuriant vegetation;