瞰 έννοια και προφορά

瞰
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

瞰 ελληνικός ορισμός

kàn

  • to look down from a height
  • to spy on sth

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά