総 έννοια και προφορά

総
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

総 ελληνικός ορισμός

zǒng

  • Japanese variant of 總|总

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 偬 : busy; hurried; despondent;
  • 总 : σύνολο
  • 摠 : general; in every case; to hold;