缸 έννοια και προφορά

Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

缸 ελληνικός ορισμός

gāng

  • jar
  • vat
  • classifier for loads of laundry
  • CL:口[kou3]

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά