腶 έννοια και προφορά

腶
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

腶 ελληνικός ορισμός

duàn

  • αποξηραμένο κρέας

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 断 : διακοπή
  • 椴 : φιλύρα
  • 段 : τμήμα
  • 毈 : άγονο αυγό
  • 碫 : χονδροειδής πέτρα
  • 簖 : παγίδα ψαριών μπαμπού
  • 缎 : σατέν
  • 锻 : σιδηρουργείο