螋 έννοια και προφορά

Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

螋 ελληνικός ορισμός

sōu

  • earwig 蠼螋

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • : (onom.) whooshing; swishing; rustle of skirts;
  • : to search; be concealed;
  • : Japanese variant of 搜[sou1];
  • : αναζήτηση
  • : to urinate;
  • : dog (dial.); to hunt;
  • : πλοίο
  • : madder (Rubia cordifolia); to hunt for; to gather; to collect;
  • : to engrave (metal of wood);
  • : to blow (as of wind); sound of wind; sough;
  • : rancid; soured (as food);