袒 Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας 袒 ελληνικός ορισμός tǎn to bare Χαρακτήρες με την ίδια προφορά 嗿 : sound of many people eating; 坦 : ηλιοκαμένος 忐 : nervous; 毯 : κουβέρτα 禫 : sacrifice at the end of mourning; 菼 : Miscanthus sacchariflorus (Amur silvergrass); Miscanthus sinensis (feather grass); 贉 : pay an advance; silk book cover; 醓 : brine of pickled meat; 钽 : tantalum (chemistry); 醰 钽