賣 έννοια και προφορά

賣
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

賣 ελληνικός ορισμός

mài

  • Sell

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 䥑 : meitnerium (chemistry);
  • 劢 : put forth effort;
  • 卖 : πουλώ
  • 唛 : mark (loanword); also pr. [ma4];
  • 売 : Japanese variant of 賣|卖[mai4];
  • 脈 : pulse
  • 脉 : σφυγμός
  • 迈 : βήμα
  • 霢 : drizzling rain; Taiwan pr. [mo4];
  • 麦 : σιτάρι