辿 έννοια και προφορά

辿
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

辿 ελληνικός ορισμός

chān

  • γιν

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 幨 : κουρτίνα στο φορείο
  • 搀 : μείγμα
  • 梴 : μακρύς
  • 襜 : μπροστά από ρούχα
  • 觇 : κατάσκοπος