齯 έννοια και προφορά

Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

齯 ελληνικός ορισμός

  • teeth grown in old age

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • : Buddhist nun; (often used in phonetic spellings);
  • : shy; timid; bashful; to look ashamed;
  • : λάσπη
  • : wild beast; wild horse; lion; trad. form used erroneously for 貌; simplified form used erroneously for 狻;
  • : clamps for crossbar of carriage;
  • : place name;
  • : niobium (chemistry);
  • : secondary rainbow;
  • : Cryptobranchus japonicus; salamander;
  • : fawn;