一边 έννοια και προφορά

一边
Απλοποιημένη λέξη
一邊
Παραδοσιακή λέξη

一边 ελληνικός ορισμός

yī biān

  • μία πλευρά

HSK level


Χαρακτήρες

  • 一 (yī): ενας
  • 边 (biān): πλευρά

Παραδείγματα ποινών με 一边

  • 他喜欢一边看书,一边听音乐。
    Tā xǐhuān yībiān kànshū, yībiān tīng yīnyuè.