洗手间 έννοια και προφορά

洗手间
Απλοποιημένη λέξη
洗手間
Παραδοσιακή λέξη

洗手间 ελληνικός ορισμός

xǐ shǒu jiān

  • τουαλέτα

HSK level


Χαρακτήρες

  • 洗 (xǐ): πλύση
  • 手 (shǒu): χέρι
  • 间 (jiān): μεταξύ

Παραδείγματα ποινών με 洗手间

  • 我去一下洗手间。
    Wǒ qù yīxià xǐshǒujiān.