不可思议 έννοια και προφορά

不可思议
Απλοποιημένη λέξη
不可思議
Παραδοσιακή λέξη

不可思议 ελληνικός ορισμός

bù kě sī yì

  • απίστευτος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 不 (bù): μην
  • 可 (kě): μπορώ
  • 思 (sī): νομίζω
  • 议 (yì): συζητώ