中介 έννοια και προφορά

中介
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

中介 ελληνικός ορισμός

zhōng jiè

  • μεσολαβητής

HSK level


Χαρακτήρες

  • 中 (zhōng): σε
  • 介 (jiè): παρουσιάζω