中断 έννοια και προφορά

中断
Απλοποιημένη λέξη
中斷
Παραδοσιακή λέξη

中断 ελληνικός ορισμός

zhōng duàn

  • διακοπή

HSK level


Χαρακτήρες

  • 中 (zhōng): σε
  • 断 (duàn): διακοπή