中立 έννοια και προφορά

中立
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

中立 ελληνικός ορισμός

zhōng lì

  • ουδέτερος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 中 (zhōng): σε
  • 立 (lì): σήκω πάνω