书法 έννοια και προφορά

书法
Απλοποιημένη λέξη
書法
Παραδοσιακή λέξη

书法 ελληνικός ορισμός

shū fǎ

  • καλλιγραφία

HSK level


Χαρακτήρες

  • 书 (shū): βιβλίο
  • 法 (fǎ): νόμος