亏损 έννοια και προφορά

亏损
Απλοποιημένη λέξη
虧損
Παραδοσιακή λέξη

亏损 ελληνικός ορισμός

kuī sǔn

  • απώλεια

HSK level


Χαρακτήρες

  • (kuī): έλλειμμα
  • (sǔn): βλάβη