交往 έννοια και προφορά

交往
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

交往 ελληνικός ορισμός

jiāo wǎng

  • επικοινωνία

HSK level


Χαρακτήρες

  • 交 (jiāo): σταυρός
  • 往 (wǎng): προς το