代表 έννοια και προφορά

代表
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

代表 ελληνικός ορισμός

dài biǎo

  • εκπρόσωπος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 代 (dài): γενιά
  • 表 (biǎo): τραπέζι