任性 έννοια και προφορά

任性
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

任性 ελληνικός ορισμός

rèn xìng

  • ιδιότροπος

HSK level


Χαρακτήρες

  • (rèn): ρεν
  • (xìng): φύλο