伴随 έννοια και προφορά

伴随
Απλοποιημένη λέξη
伴隨
Παραδοσιακή λέξη

伴随 ελληνικός ορισμός

bàn suí

  • συνοδευτικά

HSK level


Χαρακτήρες

  • (bàn): σύντροφος
  • (suí): ακολουθηστε