佩服 έννοια και προφορά

佩服
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

佩服 ελληνικός ορισμός

pèi fú

  • θαυμάζω

HSK level


Χαρακτήρες

  • 佩 (pèi): φορούν
  • 服 (fú): ρούχα