保密 έννοια και προφορά

保密
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

保密 ελληνικός ορισμός

bǎo mì

  • κρατώ μυστικό

HSK level


Χαρακτήρες

  • 保 (bǎo): προστατεύω
  • 密 (mì): πυκνός