保管 έννοια και προφορά

保管
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

保管 ελληνικός ορισμός

bǎo guǎn

  • επιμέλεια

HSK level


Χαρακτήρες

  • 保 (bǎo): προστατεύω
  • 管 (guǎn): σωλήνας