光彩 έννοια και προφορά

光彩
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

光彩 ελληνικός ορισμός

guāng cǎi

  • ενδοξος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 光 (guāng): φως
  • 彩 (cǎi): χρώμα