光滑 έννοια και προφορά

光滑
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

光滑 ελληνικός ορισμός

guāng hua

  • λείος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 光 (guāng): φως
  • 滑 (huá): γλιστράω