克制 έννοια και προφορά

克制
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

克制 ελληνικός ορισμός

kè zhì

  • συγκράτηση

HSK level


Χαρακτήρες

  • 克 (kè): γραμμάριο
  • 制 (zhì): σύστημα