克服 έννοια και προφορά

克服
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

克服 ελληνικός ορισμός

kè fú

  • ξεπερνάω

HSK level


Χαρακτήρες

  • 克 (kè): γραμμάριο
  • 服 (fú): ρούχα