全力以赴 έννοια και προφορά

全力以赴
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

全力以赴 ελληνικός ορισμός

quán lì yǐ fù

  • βγες έξω

HSK level


Χαρακτήρες

  • 全 (quán): όλα
  • 力 (lì): δύναμη
  • 以 (yǐ): προς το
  • 赴 (fù): πηγαίνω