共计 έννοια και προφορά

共计
Απλοποιημένη λέξη
共計
Παραδοσιακή λέξη

共计 ελληνικός ορισμός

gòng jì

  • σύνολο

HSK level


Χαρακτήρες

  • 共 (gòng): σύνολο
  • 计 (jì): μετρητής