典型 έννοια και προφορά

典型
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

典型 ελληνικός ορισμός

diǎn xíng

  • τυπικός

HSK level


Χαρακτήρες

  • 典 (diǎn): κώδικας
  • 型 (xíng): τύπος