农村 έννοια και προφορά

农村
Απλοποιημένη λέξη
農村
Παραδοσιακή λέξη

农村 ελληνικός ορισμός

nóng cūn

  • αγροτική περιοχή

HSK level


Χαρακτήρες

  • 农 (nóng): καλλιέργεια
  • 村 (cūn): χωριό