冰激凌 έννοια και προφορά

冰激凌
Απλοποιημένη λέξη
冰激淩
Παραδοσιακή λέξη

冰激凌 ελληνικός ορισμός

bīng jī líng

  • παγωτό

HSK level


Χαρακτήρες

  • 冰 (bīng): πάγος
  • 激 (jī): διεγείρω
  • 凌 (líng): εδώδιμος ιχθύς του βορρά