冲击 έννοια και προφορά

冲击
Απλοποιημένη λέξη
沖擊
Παραδοσιακή λέξη

冲击 ελληνικός ορισμός

chōng jī

  • αποπληξία

HSK level


Χαρακτήρες

  • 冲 (chōng): βιασύνη
  • 击 (jī): κτύπημα